Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μυθιστόρημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μυθιστόρημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, 27 Ιουνίου 2017

Σκοτεινός Αρκτικός του Ian McGuire

Σκοτεινός Αρκτικός εξώφυλλο


Mετάφραση: Γιώργος Μπλάνας
Σχεδιασμός Εξωφύλλου: Leo Nickolls
Εκδόσεις Ψυχογιός
Σελ. 364

«Ιδε ο άνθρωπος. Σέρνοντας τα πόδια του, βγαίνει από την αυλή τού Κλάπισον στη Σάικς Στριτ και ανασαίνει ένα μείγμα διαλυτικού, ιχθυάλευρου, μουστάρδας, γραφίτη και συνηθισμένης αφόρητης πρωινής κατρουλίλας από μόλις αδειασμένα δοχεία νυκτός. Ξεφυσάει μια φορά, τρίβει το κεφάλι του με τα τραχιά, όρθια μαλλιά και διορθώνει τον καβάλο του. Μυρίζει τα δάχτυλά του, ύστερα τα πιπιλάει αργά ένα ένα, ρουφώντας τα τελευταία υπολείμματα, για να μην πάει χαμένη ούτε δεκάρα από τα λεφτά που έδωσε. Στο τέλος της Τσάρτερχαουζ Λέιν, στρίβει βόρεια στη Γουίνκολμλι, περνάει την Ταβέρνα ”De La Pole”, περνάει το εργοστάσιο σπαρματσέτων και το ελαιοτριβείο. Πάνω από τις στέγες των αποθηκών, βλέπει τα μεσιανά και τις μετζάνες των πλοίων να λικνίζονται, ακούει τις φωνές των λιμενεργατών και τις ματσόλες από το βαρελοποιείο εκεί κοντά.»


Δευτέρα, 12 Ιουνίου 2017

Η Κλάρα στο μισοσκόταδο του Χοσέ Κάρλος Σομόθα

 εξώφυλλο


Mετάφραση: Χριστίνα Θεοδωροπούλου
Εκδόσεις Πατάκη
Σελ. 607

«Η ΕΦΗΒΗ ΣΤΕΚΕΙ ΓΥΜΝΗ πάνω σ’ ένα βιβλίο. Η επίπεδη κοιλιά και η σκοτεινή έλλειψη του αφαλού είναι στο ύψος των ματιών μας. Κρατά το πρόσωπο γερτό, το βλέμμα χαμηλωμένο, το ένα χέρι μπροστά στην ήβη, το άλλο στο γοφό, τα γόνατα ενωμένα και κάπως λυγισμένα. Είναι βαμμένη σε φυσική σιένα και ώχρα. Σκιές σε ψημένη σιένα ανυψώνουν τα στήθη και διαγράφουν τις λαγόνες και τη σχισμή. Δεν είναι σωστό να λέμε “σχισμή” γιατί μιλάμε για ένα έργο τέχνης, βλέποντάς την όμως, μόνο αυτό μας έρχεται στο μυαλό. Είναι μια ελάχιστη και κάθετη σχισμή, δίχως ίχνος χνούδι. Κάνουμε το γύρο του βάθρου και ατενίζουμε τη φιγούρα από τα νώτα. Οι μαυρισμένοι γλουτοί αντανακλούν κόκκους φωτός. Αν απομακρυνθούμε, η ανατομία της μας φαίνεται πιο αθώα. Μικρά λευκά άνθη σκεπάζουν τα μαλλιά της. Στα πόδια της υπάρχουν περισσότερα άνθη – μια λιμνούλα από γάλα. Ακόμα κι από αυτήν την απόσταση, εξακολουθούμε να αντιλαμβανόμαστε την τόσο ιδιάζουσα μυρωδιά που αναδίδει, σαν δάσος αρωματισμένο από τη βροχή. Κοντά στην ταινία ασφαλείας, ένα ανάλογο με τον τίτλο σε τρεις γλώσσες: “Ξεπαρθένεμα”».

Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

Όλα για καλό του Γιάννη Μακριδάκη

εξώφυλλο


Φωτογραφία εξωφύλλου: Δημήτρης Αντώνογλου
Σχεδιασμός Εξωφύλλου: Ρεβέκκα Βιτάλ
Eκδόσεις Eστίας
Σελ. 234

«Τον Μιχάλη τον πήρε ο αέρας. Είχε σταθεί προς νερού του άκρη-άκρη στην πιο ψηλή αναβαθμίδα του βουνού, έξω από το καλύβι του και πήγε από κάτω. Έτσι συνήθιζε, να στέκει εκεί, στο χείλος της πεζούλας και να κορδώνεται, για να βγάλει το πουλί του όσο μπορούσε πιο μπρος. Σαν τόξο ινδιάνικο γινότανε το κορμί του από το τέντωμα. Έβαζε και το δεξί του χέρι στο νεφρό και έσπρωχνε κάπως κι από κει. Με το αριστερό διεύθυνε το βέλος, ανάλογα με τον άνεμο, για να στέλνει το κάτουρο κατευθείαν στην αποκατινή εμασιά. Όλα αυτά επειδή δεν ήθελε να πιτσιλάει τα πόδια του και να βρομάνε τα μπατζάκια του ύστερα κατρουλίλα. Μα εκείνο το απόγευμα έπεσε και αυτός. Δεν ήτανε πολύ ψηλά, σκάρτα δυο μέτρα μόνο, αλλά την πήρε βολικά. Χτύπησε το κεφάλι του απάνω σε μια κοτρόνα που είχε κυλήσει απ’ τη μισογκρέμια ξερολιθιά και έμεινε επί τόπου. Ξαίμαξε ώσπου ν’ ανεβώ.»


Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

Η ταβέρνα της Τζαμάικας της Daphne Du Maurier




Mετάφραση: Άννα Παπασταύρου
Σχεδιασμός Εξωφύλλου: Θάνος Κακολύρης
Eκδόσεις Παπαδόπουλος
Σελ. 350

«Ήταν μια γκρίζα παγωμένη μέρα, στα τέλη του Νοέμβρη. Ο καιρός είχε αλλάξει μέσα σε μια νύχτα, κι ο άνεμος είχε φέρει μαζί του έναν μολυβένιο ουρανό κι ένα αδιάκοπο ψιλόβροχο, και παρόλο που δεν ήταν καλά καλά δύο το απόγευμα, το χλωμό χειμωνιάτικο σούρουπο έμοιαζε να πλησιάζει τους γύρω λόφους, τυλίγοντάς τους στην καταχνιά. Μέχρι τις τέσσερις θα είχε σκοτεινιάσει. Ο αέρας ήταν υγρός και παγωμένος, και παρά τα σφαλισμένα παράθυρα, τρύπωνε μέσα στην άμαξα. Η υγρασία στα πέτσινα καθίσματα γινόταν αισθητή με το άγγιγμα, και πρέπει να υπήρχε μια χαραμάδα στην οροφή, γιατί πού και πού οι στάλες της βροχής έπεφταν απαλά στο εσωτερικό, μουσκεύοντας το δέρμα κι αφήνοντας έναν σκούρο λεκέ, σαν μελάνι πιτσιλισμένο. Με τις ριπές του ανέμου η άμαξα κλυδωνιζόταν στις στροφές του δρόμου, και στα ακάλυπτα σημεία της διαδρομής φυσούσε με τέτοια ένταση, που όλη η καρότσα έτρεμε και ταλαντευόταν, ανάμεσα στις ψηλές της ρόδες, σαν μεθυσμένη».


Κυριακή, 2 Απριλίου 2017

Ζούσαμε πάντα σ’ ένα κάστρο της Shirley Jackson



εξώφυλλο


Mετάφραση: Bάσια Τζανακάρη
Καλλιτεχνική επιμέλεια εξωφύλλου: Redoine Amzlan
Eκδόσεις Μεταίχμιο
Σελ. 245


«ΜΕ ΛΕΝΕ ΜΕΡΙ ΚΑΘΡΙΝ ΜΠΛΑΚΓΟΥΝΤ. Είμαι δεκαοχτώ χρονών και ζω με την αδελφή μου, την Κόνστανς. Έχω σκεφτεί πολλές φορές ότι με λίγη τύχη θα μπορούσα να είχα γεννηθεί λυκάνθρωπος, επειδή τα δυο μεσαία δάχτυλα των χεριών μου έχουν το ίδιο μήκος, αλλά έπρεπε να αρκεστώ σε ό,τι είχα. Αντιπαθώ το μπάνιο, τα σκυλιά και τη φασαρία. Συμπαθώ την αδελφή μου την Κόνστανς, τον Ριχάρδο της Υόρκης και το Amanita Phalloides, το μανιτάρι θανατίτη. Όλα τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς μου έχουν πεθάνει».

Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

Η καρδιά πεθαίνει τελευταία της Μάργκαρετ Άτγουντ

 Η καρδιά πεθαίνει τελευταία


Mετάφραση: Έφη Τσιρώνη
Εικονογράφηση – Σύνθεση Εξωφύλλου: Δημήτρης Χαροκόπος
Eκδόσεις Ψυχογιός
Σελ. 480

«Στρίμωγμα να κοιμάσαι σε αμάξι. Έτσι κι αλλιώς, κανένα Honda από τρίτο χέρι δεν είναι παλάτι. Αν ήταν βαν, θα είχαν περισσότερο δώρο, αλλά σιγά μη μπορούσαν να πάρουν βαν, ακόμα και παλιά, τότε που νόμιζαν πως είχαν λεφτά. Ο Σταν λέει ότι είναι τυχεροί που έχουν έστω και το Honda, κι έχει δίκιο, η τύχη τους όμως δεν κάνει το αυτοκίνητο μεγαλύτερο».


Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

Αυτό που σου ανήκει του Γκαρθ Γκρίνγουελ

 Αυτό που σου ανήκει του Greenwell Garth



Mετάφραση: Τόνια Κοβαλένκο
Φωτογραφία εξωφύλλου: Sergey Neamoscou
Eκδόσεις Καστανιώτη
Σελ. 228

«To ότι η πρώτη μου συνάντηση με τον Μίτκο Μ. κατέληξε σε μια προδοσία, όσο μικρή κι αν ήταν, θα έπρεπε να μου είχε χτυπήσει ήδη από τότε το καμπανάκι του κινδύνου, πράγμα που με τη σειρά του θα όφειλε να έχει περιορίσει, αν όχι εξαλείψει τελείως, τον πόθο μου γι’ αυτόν. Όμως η αίσθηση του κινδύνου σε μέρη όπως οι τουαλέτες του Εθνικού Μεγάρου Πολιτισμού, όπου τον πρωτογνώρισα, είναι στοιχείο συνώνυμο του αέρα που αναπνέουμε όσοι βρισκόμαστε εκεί, πανταχού παρόν και αναπόδραστο, με αποτέλεσμα να γίνεται αναπόσπαστο συστατικό της επιθυμίας που μας προσελκύει ως εκεί. Από τις σκάλες ακόμα έφτασε στ’ αυτιά μου η φωνή του, η οποία, όπως και όλος ο υπόλοιπος, ήταν πολύ επιβλητική για εκείνα τα υπόγεια, ξεχυνόταν από τα βάθη τους σαν να ήθελε να επιστρέψει στο φωτεινό απομεσήμερο, που δεν είχε τίποτα το φθινοπωρινό κι ας ήταν κιόλας μέσα Οκτωβρίου·».

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2016

Ο τσάρος της αγάπης και της τέκνο του Anthony Marra

ο τσάρος της αγάπης και της τεκνο


Μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης
Σελ. 356
Εκδόσεις Ίκαρος

«Πρώτα είμαι ζωγράφος, και μετά λογοκριτής. Χρειάστηκε να το θυμάμαι αυτό πριν από δύο χρόνια, όταν βαριανέβαινα τρεις ορόφους για το διαμέρισμα μιας λαϊκής πολυκατοικίας όπου έμεναν η χήρα νύφη μου και ο τετράχρονος γιος της. Εκείνη μου άνοιξε, κι από την έκπληξη ανασήκωσε ελαφρά το φρύδι της. Δε με περίμενε. Δεν είχαμε ιδωθεί ποτέ.»


Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

Λίγη Ζωή της Hanya Yanagihara

ligi-zoi-hanya-yanagihara


Μετάφραση: Mαρία Ξυλούρη
Σελ. 891
Εκδόσεις Μεταίχμιο

«ΤΟ ΕΝΔΕΚΑΤΟ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΕΙΧΕ ΜΟΝΟ ΜΙΑ ΝΤΟΥΛΑΠΑ, αλλά η συρόμενη τζαμόπορτα έβγαζε σ’ ένα μπαλκονάκι, απ’ όπου διέκρινε έναν άντρα να κάθεται απέναντι, έξω, φορώντας μπλουζάκι μόνο και σορτς, αν και Οκτώβριος, και να καπνίζει. Ο Γουίλεμ σήκωσε το χέρι να τον χαιρετήσει, μα ο άντρας δεν ανταπέδωσε. Στην κρεβατοκάμαρα, ο Τζουντ ανοιγόκλεινε την πόρτα της ντουλάπας, σαν ακορντεόν, όταν μπήκε ο Γουίλεμ. ‘Έχει μόνο μια ντουλάπα’ είπε. ‘Εντάξει’ είπε ο Γουίλεμ. ‘Δεν έχω και τίποτα να βάλω μέσα, ούτως ή άλλως’. ‘Ούτε εγώ’. Χαμογέλασαν ο ένας στον άλλο. Η διαχειρίστρια τους ακολούθησε μέσα. ‘Θα το πάρουμε’ της είπε ο Τζουντ.»

Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2016

Ο Κάφκα στην ακτή του Χαρούκι Μουρακάμι


o-kafka-stin-akti-cover



Μετάφραση: Αργυρώ Μαντόγλου
Σχεδίαση εξωφύλλου: Γιώργος Παζάλος
Σελ. 716
Εκδόσεις Ψυχογιός

«Ψάχνεις για λεφτά λοιπόν»; το αγόρι που το έλεγαν Κρόου ρωτάει με τη χαρακτηριστική αργόσυρτη φωνή του. Το είδος της φωνής που έχεις το πρωί, αγουροξυπνημένος, με στόμα ακόμα μουδιασμένο και στεγνό. Εκείνος όμως προσποιείται. Είναι εντελώς ξύπνιος, όπως πάντα. Κουνάω το κεφάλι μου καταφατικά. «Πόσα;» Κάνω τους υπολογισμούς με τον νου μου. «Γύρω στις 400.000 γεν σε μετρητά, συν τα χρήματα που μπορώ να σηκώσω από το μηχάνημα αυτόματης ανάληψης. Ξέρω πως δεν είναι πολλά, αλλά πρέπει να είναι αρκετά. Προς το παρόν».

Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2016

Το όνειρο του Μισισιπή του George R.R. Martin



Μετάφραση: Γωγώ Αρβανίτη
Σχεδιασμός/Εικονογράφηση εξωφύλλου: Γιώργος Δημητρίου
Σελ. 609
Εκδόσεις Μεταίχμιο

«Σεντ Λούις, Απρίλιος 1857.

Ο ΑΜΠΝΕΡ ΜΑΡΣ ΧΤΥΠΗΣΕ ΕΛΑΦΡΑ ΤΗ ΛΑΒΗ του κομψού μπαστουνιού του από ξύλο λευκοκαριάς πάνω στο γραφείο υποδοχής του ξενοδοχείου για να τον προσέξει ο υπάλληλος. «Ήρθα να δω κάποιον Γιορκ» είπε. Τζος Γιορκ το όνομά του, νομίζω. Έχετε εδώ κανέναν μ’ αυτό το όνομα;» Ο υπάλληλος ήταν ηλικιωμένος με γυαλιά. Τινάχτηκε ακούγοντας το χτύπημα, στράφηκε, κοίταξε καχύποπτα τον Μαρς κι αμέσως μετά χαμογέλασε. «Μπα, ο καπετάνιος Μαρς!» είπε σε εγκάρδιο τόνο. «Έχω να σε δω πάνω από μισό χρόνο, καπετάνιε. Έμαθα για τη συμφορά που σε βρήκε. Φοβερό, τι να πω, φοβερό. Είμαι εδώ από το ’36, τέτοιο σφήνωμα σε πάγο δεν έχω ξαναδεί». «Μη χολοσκάς» είπε ο Μαρς ενοχλημένος. Τα περίμενε τέτοιου είδους σχόλια. Το ξενοδοχείο Πλάντερς Χάουζ ήταν ένα από τα αγαπημένα στέκια των ναυτικών του ποταμού, όπου σύχναζε και ο ίδιος για φαγητό πριν από εκείνο τον σκληρό χειμώνα. Μετά το φρακάρισμα στον πάγο, όμως, δεν είχε έρθει ούτε μια φορά, και ο λόγος δεν ήταν μόνο οι τιμές. Όσο κι αν του άρεσε η κουζίνα του Πλάντερς Χάουζ, δεν είχε καμιά όρεξη για τους θαμώνες: τιμονιέρηδες, καπετάνιοι, μηχανικοί, ναυτικοί του ποταμού, παλιοί φίλοι και παλιοί ανταγωνιστές, που ήξεραν όλοι για την κακοτυχία του. Ο Άμπνερ Μαρς δεν ήθελε τον οίκτο κανενός».

Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2016

Σταθμός Έντεκα της Emily St. John Mandel

Ίκαρος cover


Μετάφραση: Bάσια Τζανακάρη
Σχεδιασμός/Εικονογράφηση εξωφύλλου: Χρήστος Κούρτογλου
Σελ. 449
Εκδόσεις Ίκαρος

«Ο βασιλιάς στεκόταν λουσμένος στο γαλάζιο φως· σαλεμένος. Ήταν η 4η πράξη του Βασιλιά Ληρ, μια χειμωνιάτικη νύχτα, στο Θέατρο Έλγκιν, στο Τορόντο. Νωρίτερα το απόγευμα, την ώρα που έμπαιναν οι θεατές, τρία κοριτσάκια έπαιζαν χτυπώντας παλαμάκια στη σκηνή-οι κόρες του Ληρ σε παιδική ηλικία, που τώρα είχαν επιστρέψει ως παραισθήσεις στη σκηνή της τρέλας. Ο βασιλιάς παραπατούσε και άπλωνε τα χέρια να τις πιάσει, καθώς εκείνες μπαινόβγαιναν στις σκιές. Το όνομά του ήταν Άρθουρ Λιάντερ. Ήταν πενήντα ενός ετών και είχε λουλούδια στα μαλλιά.»

Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2016

Όσα δεν σου είπα ποτέ της Celeste Ng

 


Μετάφραση: Μιχάλης Μακρόπουλος
Καλλιτεχνική επιμέλεια εξωφύλλου: Redoine Amzlan
Σελ. 312
Εκδόσεις Μεταίχμιο

«H ΛΙΝΤΙΑ ΕΙΝΑΙ ΝΕΚΡΗ. Αλλά ακόμη δεν το ξέρουν. Είναι 3 Μαΐου του 1977, έξι και μισή το πρωί, και κανένας δεν ξέρει τίποτα, πέρα από τούτο το απλό γεγονός: Πως η Λίντια έχει αργήσει για το πρωινό. Όπως πάντοτε, δίπλα στο μπολ της με τα δημητριακά η μητέρα της έχει βάλει ένα ξυσμένο μολύβι και την εργασία της Λίντια στο μάθημα της Φυσικής – έξι προβλήματα σημειωμένα με μικρά «τικ». Πηγαίνοντας με το αμάξι στη δουλειά, ο πατέρας της Λίντια προσπαθεί να πιάσει τον WXKP, την Καλύτερη Πηγή Ειδήσεων στο βορειοδυτικό Οχάιο, εκνευρισμένος απ’ τα παράσιτα στο ραδιόφωνο. Στα σκαλιά, ο αδελφός της Λίντια χασμουριέται, χαμένος ακόμη σε κάποιο όνειρο που έβλεπε προτού ξυπνήσει. Στην καρέκλα της στη γωνιά της κουζίνας, η αδελφή της Λίντια είναι σκυφτή, με βλέμμα απλανές πάνω από τα δημητριακά της, πιπιλίζοντάς τα ένα ένα και περιμένοντας την αδελφή της να φανεί. Αυτή είναι που τελικά λέει: «Η Λίντια άργησε πολύ σήμερα».


Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2016

Ο αχός της εποχής του Julian Barnes



Μετάφραση: Θωμάς Σκιάσσης
Σελ. 240
Εκδόσεις Μεταίχμιο

«Τί θα μπορούσε να αντιπαρατεθεί στον αχό της εποχής; Μόνο αυτή η μουσική που βρίσκεται μέσα μας, η μουσική της ύπαρξής μας, που μερικοί τη μετατρέπουν σε πραγματική μουσική. Και αυτή με τη σειρά της, αν είναι αρκετά δυνατή, αληθινή και καθαρή, έτσι ώστε να καταπνίξει τον αχό της εποχής, μετατρέπεται σε ψίθυρο της ιστορίας. Να τι τον στήριζε».

Τρίτη, 5 Ιουλίου 2016

Αγαπημένη της Toni Morrison

 


Nobel Λογοτεχνίας, Pulitzer
Mετάφραση: Έφη Καλλιφατίδη
Εκδόσεις Νεφέλη
Εξώφυλλο: Νίκος Χουλιαρας
Σελ.: 431

"TΟ 124 ΗΤΑΝ ΟΛΟ ΜΙΣΟΣ. Γεμάτο φαρμάκι βρέφους. Οι γυναίκες του σπιτιού το ήξεραν, το ίδιο και τα παιδιά. Για χρόνια, καθένας έβρισκε τον τρόπο του ν' αντέξει το μίσος, όμως μέχρι το 1873, η Σήθ κι η κόρη της Ντένβερ ήταν τα μόνα του θύματα. Η γιαγιά, η Μπέμπα Σάγκς, είχε πεθάνει και οι γιοί, ο Χάουαρντ και ο Μπάγκλαρ, το είχαν σκάσει μόλις έγιναν δεκατριών χρονώ - μόλις ένας καθρέφτης θρυμματίστηκε στο κοίταγμά του (αυτό ήταν το σινιάλο για τον Μπάγκλαρ). Μόλις δύο αποτυπώματα από μικροσκοπικά χέρια φάνηκαν στο γλυκό (αυτό ήταν για τον Χάουαρντ). Κανένα απ' τ' αγόρια δεν περίμενε να δει περισσότερα. Ακόμα μια χύτρα μπιζέλια αδειασμένα σωρό πάνω στο πάτωμα ν' αχνίζουν. Τα μπισκότα της σόδας κομματάκια στρωμένα σε γραμμή στο κατώφλι της πόρτας. Δεν περίμεναν κάν την εποχή της ανακωχής: τις εβδομάδες, ή ακόμα και μήνες, που όλα ήταν ήρεμα. Όχι. Και οι δύο έφυγαν αμέσως- τη στιγμή που το σπίτι τους χτύπησε με τη μοναδική ύβρι που δεν μπορούσαν ν' αντέξουν ή να παρακολουθήσουν για άλλη μια φορά. Μέσα σε δύο μήνες, στην καρδιά του χειμώνα, αφήνοντας τη γιαγιά τους, την Μπέμπα Σάγκς, τη μητέρα τους Σήθ και τη μικρή αδερφή τους Ντένβερ, ολομόναχες στο γκριζόλευκο σπίτι της οδού Μπλούστοοουν. Τότε δεν είχε αριθμό, το Σινσινάτι δεν είχε φτάσει τόσο μακριά. Στην πραγματικότητα, το Οχάιο αποκαλούνταν πολιτεία από εβδομήντα μόνον χρόνια, όταν πρώτα ο ένας αδερφός κι ύστερα ο άλλος γέμισαν τζίβα τα καπέλα τους, άρπαξαν τα παπούτσια τους και γλίστρησαν μακριά απ' το ζωηρό μίσος που ένιωθε γι' αυτούς το σπίτι".


Σάββατο, 12 Μαρτίου 2016

Mέρες εγκατάλειψης της Elena Ferrante

Mέρες εγκατάλειψης cover


Mετάφραση: Σταύρος Παπασταύρου
Εκδόσεις Άγρα
Σελ. 269
Φωτογραφία εξωφύλλου: Sarah Moon, 1995

"ΈΝΑ ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΤΟΥ ΑΠΡΙΛΗ, αμέσως μετά το φαγητό ο άντρας μου μού ανακοίνωσε ότι ήθελε να με παρατήσει. Αυτό το έκανε καθώς μαζεύαμε το τραπέζι, τα παιδιά τσακώνονταν ως συνήθως στο διπλανό δωμάτιο και το σκυλί ονειρευόταν γρυλίζοντας πλάι στο καλοριφέρ. Μου είπε ότι ήταν μπερδεμένος, ότι περνούσε δύσκολες στιγμές, ότι ένιωθε κουρασμένος, ανικανοποίητος, ως και τιποτένιος ακόμα. Μίλησε κάμποση ώρα για τα δεκαπέντε χρόνια του γάμου μας, για τα παιδιά μας, και παραδέχτηκε πως δεν είχε κανένα παράπονο ούτε από εκείνα ούτε από μένα. Η στάση του ήταν συγκρατημένη όπως πάντα, αν εξαιρέσουμε μια υπερβολική κίνηση που έκανε με το δεξί του χέρι, καθώς μου εξηγούσε μ' έναν παιδιάστικο μορφασμό για κάποιες σιγανές φωνές, ένα είδος ψίθυρου, που τον έσπρωχναν αλλού. Έπειτα, αφού επωμίστηκε την ευθύνη για όλα όσα συνέβαιναν, έκλεισε διακριτικά την εξώπορτα πίσω του, αφήνοντάς με αποσβολωμένη δίπλα στο νεροχύτη."

Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2016

Πέτρα Ψαλίδι Χαρτί του Νίκου Α. Μάντη



Σελ.: 262
Eκδόσεις Καστανιώτη

"Ραζέλο, πού'σαι ρε μαλάκα, κι όλος ο κόσμος σε ψάχνει; Περπατάς και νιώθεις ότι κλοτσάς τα λεπτά, το ένα μετά το άλλο. Μαζί με την ανάσα σου, αέρας μέσα, αέρας έξω, αέρας μέσα, αέρας έξω. Δυο μέρες χαρμάνης. Κι ακόμα αντέχεις. Ραζέλο μαλάκα, πού χάθηκες; H πόλη τριγύρω γαμιέται, όπως πάντα. Βαρέθηκες να την περπατάς, την πουτάνα. Στην τσέπη ένα ευρώ και δέκα λεπτά ακριβώς, ούτε για εισιτήριο δε φτάνουν".

Απ' τις πρώτες σελίδες του μυθιστορήματος του Νίκου Μάντη αντιλαμβάνεσαι ότι η αναμέτρηση μ' αυτό θα είναι δύσκολη. Απ' τις πρώτες λέξεις ξέρεις ότι τώρα που το ξεκίνησες δε μπορείς παρά να το τελειώσεις, αφού σε τραβάει βίαια στον βίαιο κόσμο του, που δεν είναι άλλος από τον κόσμο που και εσύ ο ίδιος ζεις, αυτόν της σημερινής Ελλάδας, της σημερινής Αθήνας, που είναι και αυτή πρωταγωνίστρια στο σπουδαίο βιβλίο του Μάντη. Ξέρεις ότι θα πρέπει να το πιεις μονορούφι, παρόλο που οι λέξεις πονούν και σοκάρουν, ενώ οι εικόνες της πόλης και των ηρώων που περιδιαβαίνουν στις σελίδες τους κάτι σου θυμίζουν, και πώς να μη σου θυμίζουν, αφού τα βλέπεις, τα ζεις και πολύ φοβάσαι ότι θα συνεχίσεις να τα ζεις και θα τα βιώσεις, όπως ακριβώς τα περιγράφει η φοβερή πένα του Μάντη, που μακάρι να μην είναι προφητική ως προς τα μελλούμενα στην τελευταία του ιδίως ιστορία.

Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2016

Αλέξ του Πιερ Λεμέτρ



Mετάφραση: Κλαιρ Νεβέ
Σελ.:483
Eκδόσεις Μίνωα
Φωτογραφία εξωφύλλου: Oana Stoian/Trevillion Images

"Η Αλέξ είναι ενθουσιασμένη. Εδώ και μία ώρα τώρα δοκιμάζει, διστάζει, βγαίνει έξω, γυρίζει πίσω, δοκιμάζει ξανά. Περούκες και ποστίς. Θα μπορούσε να περάσει έτσι ολόκληρα απογεύματα. Πριν από τρία τέσσερα χρόνια, τυχαία, ανακάλυψε αυτό το μαγαζί στο μπουλεβάρ ντε Στρασμπούρ. Δεν το πρόσεξε ακριβώς. Μπήκε μέσα από περιέργεια. Ταράχτηκε τρομερά, όταν είδε τον εαυτό της έτσι, κοκκινομάλλα. Είχε μεταμορφωθεί εντελώς, σε τέτοιο βαθμό που την αγόρασε αμέσως εκείνη την περούκα".
Γερό στομάχι και χρόνο. Να τι χρειάζεται να διαθέτει κανείς, πριν αρχίσει να διαβάζει το βιβλίο αυτό του Λεμέτρ. Γερό στομάχι, για να μην προσπερνάει τις σελίδες από το σοκ αυτών που διαβάζει, και χρόνο, γιατί απ' τη στιγμή που θα το αρχίσει δεν πρόκειται να το αφήσει από τα χέρια του, μέχρι να φτάσει στις συγκλονιστικές τελευταίες σελίδες και την κορύφωση του δράματος. Μέχρι να φτάσει δε στο τέλος, θα έχει ήδη αλλάξει άποψη για τα θύματα και τους θύτες και θα δει με διαφορετικό πρίσμα ό,τι διάβασε πριν γι' αυτούς. Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή.

Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2016

Ο χορταριασμένος δρόμος της Ανν Ένραϊτ



Μετάφραση: Aντώνης Καλοκύρης
Σελ.: 349
Εκδόσεις Καστανιώτη
Φωτογραφία Εξωφύλλου:  Ron McBride

«Αργότερα, αφού η Χάνα έφτιαξε μερικές φέτες ψωμί με λιωμένο τυρί, η μητέρα της μπήκε μέσα και γέμισε μια θερμοφόρα με ζεστό νερό από τον μεγάλο βραστήρα που υπήρχε στο μάτι της κουζίνας. “Μου κάνεις τη χάρη να πας μέχρι τον θείο σου;” είπε. “Να μου πάρεις μερικές ασπιρίνες;” “Έτσι λες;” “Είμαι θολωμένη”, είπε. “Kαι ζήτα από τον θείο σου να σου δώσει και αμοξικιλίνη-να σ’το συλλαβίσω; Νιώθω ένα σφίξιμο στο στήθος”. “Θα δούμε”, είπε η Χάνα. “Τέλος πάντων, προσπάθησε”, είπε επιχειρώντας να την καλοπιάσει και ακούμπησε τη θερμοφόρα στο στήθος της. “Ξέρω ότι θα το κάνεις”. Οι Μάντιγκαν ζούσαν σε ένα σπίτι με ένα ρυάκι στον κήπο και το όνομά του στην πύλη: ΑΡΝΤΙΒΙΝ.».
Ο «Χορταριασμένος Δρόμος» είναι ένα βιβλίο που μιλάει για όλα όσα δεν λέγονται σε μια οικογένεια, για όλα όσα υπονοούνται και βαραίνουν τα μέλη της, για την προσπάθεια να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, για τα όνειρα που δεν πραγματοποιούνται, για πέντε ζωές που βιώνονται με ματαιώσεις, απογοητεύσεις και δυστυχία. Αυτή είναι με δυο γραμμές η υπόθεση του βιβλίου: μια οικογενειακή μάζωξη κάποια Χριστούγεννα σε κάποια πόλη της Ιρλανδίας που δεν έφερε εν τέλει την πολυπόθητη λύτρωση.

Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2015

Η λέσχη των νέων πιανιστών / Το ποτάμι του Ketil Bjørnstad




Μετάφραση: Γιούλικα Σαμαρά / Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη
Σελ.: 439/491
Εκδόσεις Πόλις
Φωτογραφία & μακέτες εξωφύλλων: Mαρία Τσουμαχίδου

Mόνο ένας συγγραφέας, που είναι παράλληλα πιανίστας και συνθέτης, θα μπορούσε να γράψει τόσο μελωδικά βιβλία, όπως είναι «Η λέσχη των νέων πιανιστών» και «Το ποτάμι». Σας προτείνω, πριν αρχίσετε να διαβάζετε την παρουσίαση αυτή, να πάτε στο τέλος της ανάρτησης και να βάλετε ως υπόκρουση κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης κάποιο από τα μοναδικά κομμάτια κλασικής μουσικής, που παρελαύνουν στα βιβλία αυτά. Πάμε, λοιπόν, ένα όμορφο, μουσικό, λογοτεχνικό ταξίδι στο Όσλο της Νορβηγίας, στα τέλη της δεκαετίας του '60 μαζί με τον Άξελ, την Άνια, τη Ρεμπέκα, τη Μαργκρέτε Ιρένε και τον Φέρντιναντ, τα ταλαντούχα εκείνα παιδιά που ήθελαν με τη μουσική τους να κατακτήσουν τον κόσμο, να μάθουν τον εαυτό τους, να ερμηνεύσουν τα πράγματα και παράλληλα να ζήσουν, με κάποια από αυτά να τα καταφέρνουν και κάποια όχι.

Δημοφιλείς αναρτήσεις