Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017

Στη σωφρονιστική αποικία του Franz Kafka

Εξώφυλλο Εκδόσεις Κίχλη


Mετάφραση: Βασίλης Τσαλής
Επιμέλεια Επιμέτρου: Γιώτα Κριτσέλη
Εκδόσεις Κίχλη
Σελ. 166

«Είναι ένα ιδιόρρυθμο μηχάνημα», είπε ο αξιωματικός στον ερευνητή-ταξιδιώτη και επιθεώρησε, με βλέμμα γεμάτο θαυμασμό, τη μηχανή, την οποία ήταν προφανές ότι γνώριζε πολύ καλά. Φαίνεται πως ο ταξιδιώτης δέχτηκε, από ευγένεια και μόνο, την πρόσκληση του διοικητή να παραστεί μάρτυρας στην εκτέλεση ενός στρατιώτη, που καταδικάστηκε σε θάνατο για απειθαρχία και προσβολή ανωτέρου. Η εκτέλεση αυτή δεν παρουσίαζε μεγάλο ενδιαφέρον, ακόμα και μέσα στην ίδια τη σωφρονιστική αποικία. Στο βαθύ, στενό και αμμώδες φαράγγι, τριγυρισμένο από γυμνές βουνοπλαγιές, βρίσκονταν, εκτός από τον ταξιδιώτη και των αξιωματικό, ο κατάδικος - ένας αποβλακωμένος άνθρωπος με ορθάνοιχτο στόμα, ανάκατα μαλλιά και ταλαιπωρημένη όψη- και ένας στρατιώτης. Αυτός σήκωνε τη μεγάλη, βαριά αλυσίδα, που διακλαδωνόταν σε μικρότερες, με τις οποίες ο κατάδικος ήταν δεμένος στους αστραγάλους, τους καρπούς και τον λαιμό».

Σχέδιο του Μπρούνο Καρούζο, εμπνευσμένο από διήγημα
Σχέδιο του Μπρούνο Καρούζο, εμπνευσμένο από διήγημα

Ό,τι χρειάζεται να γνωρίζουμε για την πλοκή, μας το έχει πει ο Κάφκα στις δύο πρώτες γραμμές: ένας ερευνητής-ταξιδιώτης, επισκέπτεται μια σωφρονιστική αποικία, προκειμένου να παρακολουθήσει την εκτέλεση ενός στρατιώτη, που κατηγορείται για προσβολή ανωτέρου. Πρωταγωνιστές του διηγήματος είναι το μηχάνημα και τέσσερις άνθρωποι: ο αξιωματικός, ο ερευνητής – ταξιδιώτης, ο στρατιώτης και ο κατάδικος. Το μηχάνημα αποτελείται από τρία τμήματα, το Κρεβάτι, τον Σχεδιαστή, και τη Σβάρνα, ενώ θα τοποθετήσουν σ’ αυτό τον κατάδικο, προκειμένου να ολοκληρώσει τη λειτουργία του, που δεν είναι άλλη από την εγχάραξη επί δώδεκα ώρες πάνω στο σώμα του κατάδικου της καταδικαστικής ποινής, μέχρι αυτός να πεθάνει. Επί δώδεκα συνεχόμενες ώρες, λοιπόν, το μηχάνημα θα χαράσσει με τις ενσωματωμένες σε αυτό ακίδες τη φράση «Τίμα τους ανωτέρους σου», ενώ ο κατάδικος, θα μάθει εκείνη τη στιγμή την ποινή του, αφού δεν γνωρίζει ούτε για ποιο αδίκημα κατηγορείται, ούτε ποια θα είναι η τιμωρία του. Και δεν τα γνωρίζει γιατί πολύ απλά δεν πέρασε από δίκη, ούτε του δόθηκε η ευκαιρία να υπερασπιστεί τον εαυτό του ενώπιον κάποιου δικαστηρίου. Όπως ενημερώνει ο αξιωματικός-δικαστής-δήμιος τον ξαφνιασμένο ερευνητή:

«Διορίστηκα δικαστής στη σωφρονιστική αποικία, παρά τον νεαρόν της ηλικίας μου. Στάθηκα αρωγός σε όλες τις ποινικές υποθέσεις στο πλευρό του προηγούμενου διοικητή και γνωρίζω το μηχάνημα καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον. Η θεμελιώδης αρχή στην οποία βασίζω τις αποφάσεις μου είναι: Η ενοχή είναι σε κάθε περίπτωση αναμφισβήτητη. Τα άλλα δικαστήρια δεν μπορούν να εφαρμόσουν αυτήν τη θεμελιώδη αρχή, καθώς είναι πολυπρόσωπα και πάνω απ’ αυτά υπάρχουν άλλα, ανώτερα δικαστήρια.»


«Στον πυρήνα δε του έργου του είναι πάντα ο αδύναμος, η προσωπικότητα του οποίου διαλύεται αφενός από τον φορμαλισμό μιας δικαιοδοτικής μηχανής που χάνει τον ρόλο της, αυτόν της ορθής απονομής δικαιοσύνης, και αφετέρου από την κακώς εννοούμενη τεχνολογική πρόοδο, όπου ο δημιουργός υπηρετεί το δημιούργημα-μηχάνημα.»


Από τη μία, λοιπόν, έχουμε τον αξιωματικό, που θαυμάζει το μηχάνημα και την λειτουργία που αυτό επιτελεί σε τέτοιο βαθμό, που φτάνει στο σημείο, ενάντια σε κάθε ηθική, δικαιοσύνη και ανθρωπιά, να το θεωρεί σημαντικότερο από τον ίδιο τον άνθρωπο, και από την άλλη έχουμε έναν ταξιδιώτη-ερευνητή, που δεν ενεργεί, παρά το γεγονός ότι τα όσα ακούει είναι απολύτως παράλογα και έρχονται σε σύγκρουση με τα όσα η ιδεολογία και ο πολιτισμός του πρεσβεύει, εγκληματώντας μέσω της απραξίας. Όχι μόνο δεν αντιδρά μπροστά στην προφανή δυσαναλογία εγκλήματος (απειθαρχία) και ποινής (δωδεκάωρος βασανισμός μέχρι θανάτου), αλλά, παρ’ όλο που γνωρίζει ότι ο νέος διοικητής δεν είναι σύμφωνος με την απονομή δικαιοσύνης μέσω του μηχανήματος, δεν κάνει τίποτα για να αποτρέψει το παράλογο αυτό έγκλημα της αποικίας στον κατάδικο, εφευρίσκοντας δικαιολογίες ακριβώς για να μη δράσει και αποδεικνύοντας ότι ο ανθρωπισμός του είναι μόνο θεωρία στα ευρωπαϊκά σαλόνια, όπως πολύ εύστοχα αναφέρει στο διαφωτιστικό επίμετρο του βιβλίου ο Ζimmermann, λέγοντας χαρακτηριστικά για τον ταξιδιώτη ότι:

«Ο ταξιδιώτης είναι το κεντρικό πρόσωπο τούτου του διηγήματος και μαζί με αυτόν ο μέσος Ευρωπαίος, ο αναγνώστης δηλαδή. Αυτός ο Ευρωπαίος θα έρθει αντιμέτωπος με πρακτικές που εφαρμόζονται από Ευρωπαίους, έστω και σε μακρινούς τόπους, τις οποίες προσλαμβάνει ως εξόχως άδικες και απάνθρωπες, και οι οποίες ταυτόχρονα οδηγούν την αντίληψή του περί ανθρωπισμού στα όριά της. Τίθεται σε δοκιμασία ο ανθρωπισμός του ως συμβατική συμπεριφορά, η οποία λειτουργεί μεν ανάμεσα σε καλλιεργημένους ανθρώπους γύρω από ένα τραπέζι τσαγιού, όμως έξω από αυτούς τους πολιτισμένους κύκλους ακυρώνεται. Στη σωφρονιστική αποικία προσκρούει πάνω στα όρια του ευρωπαϊκού πολιτισμού, ο οποίος, στα όρια αυτά μάλλον παρά στον πυρήνα του, αποδεικνύεται εξαιρετικά εύθραυστος».

Πράγματι, στη συνέχεια του διηγήματος ο ταξιδιώτης, αν και προβληματίζεται, επιλέγει να αδρανήσει και δικαιολογεί μάλιστα τα όσα πρωτοφανή και παράλογα συμβαίνουν:

«Ο ταξιδιώτης κοίταξε τη Σβάρνα συνοφρυωμένος. Οι πληροφορίες σχετικά με τη δικαστική διαδικασία δεν τον είχαν ικανοποιήσει. Ωστόσο, όφειλε να παραδεχτεί ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με μια σωφρονιστική αποικία, ότι η επιβολή ιδιαίτερων πειθαρχικών μέτρων είναι αναγκαία και ότι όλα τα περιστατικά, μέχρι και το πιο ασήμαντο, πρέπει να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με τους κανόνες της στρατιωτικής πειθαρχίας. Εκτός αυτού, εναπέθετε κάποιες ελπίδες στον νέο διοικητή, ο οποίος, φανερά, αν και με αργούς ρυθμούς, επιδίωκε να εισαγάγει καινοτόμες διαδικασίες που δεν συμβιβάζονταν με τις στενοκέφαλες απόψεις του αξιωματικού […] Ο ταξιδιώτης σκέφτηκε: Η εμπλοκή σε ξένες υποθέσεις δημιουργεί πάντοτε προβλήματα. Δεν ήταν πολίτης της σωφρονιστικής αποικίας, αλλά ούτε καν πολίτης του κράτους στο οποίο αυτή ανήκε. Αν επιχειρούσε να ασκήσει κριτική ή και να υπονομεύσει τις διαδικασίες εκτέλεσης των ποινών, θα μπορούσε κάποιος να του πει: «Είσαι ξένος, μην ανακατεύεσαι». Και δεν θα είχε τίποτα να αντιτάξει, παρά μόνο να προσθέσει ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορούσε να αναμειχθεί, καθώς σκοπός του ταξιδιού του ήταν να μελετήσει και όχι να αλλάξει τις διαδικασίες απονομής δικαιοσύνης ξένων κρατών.»

Προσέξτε τις λέξεις που χρησιμοποιεί ο Κάφκα: «εναπέθετε κάποιες ελπίδες στον νέο διοικητή»! Πέραν αυτού του γενικού, αόριστου και αφηρημένου, δεν προέβη σε οποιαδήποτε κίνηση να σταματήσει εκείνη τη στιγμή το έγκλημα που θα διέπραττε ο αξιωματικός σε εκείνον τον συγκεκριμένο κατάδικο! Σα να είχε ήδη και αυτός ακυρώσει τον άνθρωπο που είχε μπροστά του. Σα να μην είχε σημασία αυτός ο συγκεκριμένος άνθρωπος που το μόνο που έκανε ήταν να απειθαρχήσει (και να αντιδράσει στον ξυλοδαρμό του, όπως μαθαίνουμε στο διήγημα), αλλά το σύστημα απονομής δικαιοσύνης της αποικίας, το οποίο, κάποια στιγμή, ήλπιζε ο ερευνητής ότι θα το τροποποιούσε ο νέος διοικητής! Nα πω στο σημείο αυτό ότι οι σωφρονιστικές αποικίες πράγματι υπήρξαν. Χώρες, όπως η Γαλλία, η Αγγλία και η Ρωσία δημιούργησαν τέτοιες αποικίες με σκοπό των αποικισμό ακατοίκητων περιοχών και την υποταγή χωρών που κατακτήθηκαν, όπως πληροφορούμαστε στο κατατοπιστικό επίμετρο, το οποίο διανθίζεται από πλούσιο φωτογραφικό υλικό τέτοιων αποικιών.

Σωφρονιστική αποικία στη Νέα Καλυδωνία
Σωφρονιστική αποικία στη Νέα Καληδονία

Παρά το γεγονός ότι οι περισσότερες αναλύσεις του διηγήματος αυτού του Κάφκα εστιάζουν κυρίως στην αδράνεια του ταξιδιώτη-ερευνητή και δευτερευόντως στον αξιωματικό και στο δίπολο απραξίας και πράξης, θεωρώ ότι ο κατάδικος είναι ο ήρωας με το μεγαλύτερο ενδιαφέρον και ανοιχτός σε περισσότερες και λιγότερο προφανείς ερμηνείες.

Κατά πρώτον, και ο κατάδικος, όπως ο ταξιδιώτης, αδρανεί και η αδράνειά του αυτή είναι σε κάθε περίπτωση ανησυχητική, αξιοθρήνητη και άβολη, αφού έχει να κάνει με την ίδια του τη ζωή. Φτάνει μάλιστα σε σημείο να αστειεύεται με τον στρατιώτη-δεσμοφύλακα, λες και όλα όσα συμβαίνουν και θα συμβούν να αφορούν κάποιον άλλο. Σα να είναι κομπάρσος, ένας αριθμός και όχι ένας άνθρωπος. Προσπαθεί να αφουγκραστεί για να δει τί ακριβώς συμβαίνει και ποτέ δεν ρωτάει ευθέως για ποιο λόγο κρατείται. Βρίσκεται ενώπιον τριών ανθρώπων περιμένοντας την ώρα που θα τον βάλουν πάνω σε ένα περίεργο μηχάνημα και δεν αναρωτιέται καν για τη λειτουργία αυτού του μηχανήματος. Αντιμετωπίζει παθητικά ό,τι του συμβαίνει λες και η ακύρωση της προσωπικότητάς του να είχε ήδη συντελεστεί πιο πριν, κάπου αλλού για κάποιον λόγο που δεν γνωρίζουμε (πλύση εγκεφάλου; απάθεια λόγω των φρικαλεοτήτων που έπραξε και είδε στην αποικία ως στρατιώτης ή είναι πράγματι τόσο ηλίθιος;). Φαίνεται να βρίσκονται σε μια κάποια ύπνωση ακόμα και τα ένστικτά του. Πράγματι, όσο χαμηλή αντιληπτική ικανότητα κι αν έχει ένας άνθρωπος είναι αδύνατον όταν βρίσκεται αλυσοδεμένος από το λαιμό, τα χέρια και τα πόδια να μη φοβάται! Όσο ηλίθιος κι αν είναι ένας άνθρωπος ο φόβος θα βγει όταν αντιμετωπίζει ακραίες συνθήκες. Δεν είναι θέμα αντίληψης, αλλά ενστίκτου, το οποίο στην περίπτωση του συγκεκριμένου ήρωα είναι εξαφανισμένο. Λες και η υποταγή του ακόμα και στο παράλογο να είναι το ύψιστο καθήκον του, το οποίο πρέπει να επιτελέσει.

«Παρεμπιπτόντως, ο κατάδικος φαινόταν τόσο πειθήνια υποταγμένος, που έδινε την εντύπωση ότι μπορούσες να τον αφήσεις να τριγυρίζει ελεύθερα στους γύρω λόφους και θα αρκούσε ένα σφύριγμα για να βρίσκεται στη θέση του την ώρα που έπρεπε να αρχίσει η εκτέλεση».

Όταν ο Κάφκα έγραφε το διήγημα αυτό είχε ήδη ξεσπάσει ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, ενώ θα ακολουθούσε ο Δεύτερος, όπου εκατομμύρια στρατιώτες, με αυξημένη ή μειωμένη αντιληπτική ικανότητα, με φόβο ή χωρίς, απολύτως υποταγμένοι και χωρίς να αμφισβητούν την ορθότητα των πράξεών τους θα ακολουθούσαν ημίτρελους ηγέτες και θα αιματοκύλιζαν την ανθρωπότητα, ενώ παράλληλα θα στοίβαζαν εκατομμύρια Εβραίους, ομοφυλόφιλους, τσιγγάνους, ανθρώπους με σωματική ή νοητική υστέρηση, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, προκειμένου να εξοντωθούν. Και οι αδελφές του συγγραφέα θανατώθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπως και πολλοί φίλοι του και άλλα μέλη της οικογένειάς του!

Προφητικό χαρακτηρίστηκε το εν λόγω διήγημα. Πράγματι η εγχάραξη με ακίδες δεν μπορεί παρά να μας φέρει στο μυαλό την εγχάραξη του φρικτού αριθμού στο χέρι των κρατουμένων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ενώ, επίσης, ο Κάφκα, φοβούμενος την τεχνολογική πρόοδο, διείδε την απόσταση που θα χώριζε τον δημιουργό από το δημιούργημα-μηχάνημα. Στον πυρήνα δε του έργου του είναι πάντα ο αδύναμος, η προσωπικότητα του οποίου διαλύεται αφενός από τον φορμαλισμό μιας δικαιοδοτικής μηχανής που χάνει τον ρόλο της, αυτόν της ορθής απονομής δικαιοσύνης, και αφετέρου από την κακώς εννοούμενη τεχνολογική πρόοδο, όπου ο δημιουργός υπηρετεί το δημιούργημα-μηχάνημα.

Κάθε έργο μεγάλου συγγραφέα είναι ανοιχτό σε πολλές ερμηνείες. Η Σωφρονιστική αποικία του Κάφκα, όπως άλλωστε και όλα τα έργα του, είναι από τα διηγήματα που διαβάζονται και ξαναδιαβάζονται. Κάθε φορά δε έκπληκτος θα ανακαλύπτει ο αναγνώστης και κάτι καινούργιο.

Δεύτεροι αρραβώνες με τη Φελίτσε Μπάουερ (1917)
Δεύτεροι αρραβώνες με τη Φελίτσε Μπάουερ (1917)


Θα κλείσω με τα λόγια του συγγραφέα στην τελευταία σελίδα του βιβλίου:

«Εγώ δεν είμαι τίποτε άλλο παρά λογοτεχνία, και δεν μπορώ και δεν θέλω να είμαι τίποτε άλλο […] Ό,τι δεν είναι λογοτεχνία με κάνει να πλήττω και το μισώ γιατί με ενοχλεί ή με εμποδίζει έστω και μόνο στη φαντασία μου»
(Από σχεδίασμα επιστολής στον πατέρα της Φελίτσε, Τα ημερολόγια, 21 Αυγούστου1913).

Τέλος, να πω ότι είναι φοβερή τύχη όταν και η έκδοση ενός σπουδαίου λογοτεχνικού έργου είναι διαμάντι. Άριστη μετάφραση, επίμετρο με αναλύσεις του διηγήματος, πληροφορίες για τις σωφρονιστικές αποικίες, φωτογραφίες του Κάφκα και των σωφρονιστικών αποικιών. Άλλη μία αψεγάδιαστη και καλαίσθητη έκδοση από την Κίχλη!










Ο συγγραφέας


Γεννήθηκε στην Πράγα στις 3 Ιουλίου του 1883 από γονείς Εβραίους. Σπούδασε νομικά, ενώ εργάστηκε πρώτα σε μια ασφαλιστική εταιρεία και μετά στο Ινστιτούτο Ασφάλισης Εργατικών Ατυχημάτων της Βοημίας. Τα μόνα κείμενά του που δημοσιεύτηκαν όσο ζούσε ήταν η Μεταμόρφωση, Η αποικία των τιμωρημένων, το Ένας αγροτικός γιατρός και Το γράμμα στον πατέρα. Το 1914 αρραβωνιάστηκε τη Φελίτσε Μπάουερ, την οποία ωστόσο δεν παντρεύτηκε επειδή ένιωθε ανίκανος να αντιμετωπίσει το γάμο. Το 1917 διαγνώστηκε με φυματίωση. Πέθανε στις 3 Ιουνίου 1924. Λίγο πριν πεθάνει, παρακάλεσε τον επιστήθιο φίλο του Μπροντ να καταστρέψει τα έργα του, πράγμα που φυσικά δεν έγινε. Ο Μπροντ επιμελήθηκε τα τρία ημιτελή μυθιστορήματά του και τα εξέδωσε: Η δίκη (1925), Ο Πύργος (1926), Αμερική (1927). Παρά το γεγονός ότι διασώθηκε ένα ημερολόγιό του, πολλά από τη ζωή του Κάφκα δεν γνωρίζουμε, αφού στο Βερολίνο στο σπίτι της φίλης του Dora Diamant κατασχέθηκαν από τη Γκεστάπο χειρόγραφά του που μέχρι σήμερα δεν έχουν βρεθεί. Το έργο του έκαναν γνωστό μετά το θάνατό του οι H. Breton, A. Camus και J. P. Sartre. Οι πρώτες μεταφράσεις στα Τσεχικά δημοσιεύτηκαν στην Πράγα το 1957!



Έγραψαν για το βιβλίο:

  1. http://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/6710-sti-sofronistiki-apoikia
  2. http://frear.gr/?p=17766
  3. http://fractalart.gr/sti-swfronistiki-apoikia/
  4. http://www.lifo.gr/now/san_simera/135416

Δημοφιλείς αναρτήσεις